postzegel
zelfstandig naamwoord
(de; postzegels)
1. <zegel op brief, pakje enz.>
γραμματόσημο
mag ik van u een postzegel van 80?
δώστε μου, σας παρακαλώ, ένα γραμματόσημο των 80
postzegels verzamelen
συλλέγω γραμματόσημα/κάνω συλλογή γραμματοσήμων
een postzegel op een brief/pakket doen
βάζω γραμματόσημο σε γράμμα/δέμα
een postzegel plakken
κολλάω γραμματόσημο